ἀοσσέω

ἀοσσέω
Grammatical information: v.
Meaning: `help, support'.
Other forms: only aor. ἀοσσῆσαι (Mosch. 4, 110),
Derivatives: ἀοσσητήρ m. `helper, protector' (Il.); cf. ὀσσητῆρα βοηθόν and ἐοσσητήρ ἐπίκουρος, τιμωρός, ἀντὶ τοῦ ἀοσσητήρ H. (the forms are unexplained; Fraenkel KZ 42, 128f. is wrong).
Origin: IE [Indo-European] [896] *sekʷ- `follow'
Etymology: ἀοσσέω iterative deverbative or denominative from *ἄοσσος, to ἕπομαι, Lat. sequor as *sm̥-soq-i̯os (cf. Lat. socius). S. ἕπομαι, ὀπάων and Myc. eqeta.
Page in Frisk: 1,117

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀοσσῆσαι — ἀοσσέω help aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άζος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ιδρυτής της φρυγικής πόλης Αζείας, κοντά στην Τροία. Ο Ά. έφερε στους Τρώες το Παλλάδιον, ξύλινο ομοίωμα της Παλλάδας, που είχε την ιδιότητα να προστατεύει την πόλη από τους εχθρούς της. Αργότερα, οι κάτοικοι της πόλης… …   Dictionary of Greek

  • άοζος — (I) ἄοζος, ο (Α) θεράπων, υπηρέτης, ακόλουθος, ειδικά αυτός που προσφέρει υπηρεσίες σε ναό. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για μεταομηρικό επιτατικό τ. του όζος «κλάδος, βλαστός γόνος, σύντροφος» με α αθροιστικό, πιθ. από επίδραση του ρ. αοσσέω «βοηθώ» κατ… …   Dictionary of Greek

  • αοσσητήρ — ἀοσσητήρ ( ῆρος), ο (Α) [αοσσέω] βοηθός, επίκουρος …   Dictionary of Greek

  • sekʷ-1 —     sekʷ 1     English meaning: to follow     Deutsche Übersetzung: “folgen”     Grammatical information: mostly medial     Note: as Terminus the Jägersprache originally eins with sekʷ 2, s. Wissmann in: Das Institut f. deutsche language under… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.